Το άρθρο του Money Review, βασισμένο κυρίως σε μελέτη της Eurobank με τίτλο «Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα: μεγέθη, προκλήσεις και δυνητική συνεισφορά στην ανάπτυξη», εξετάζει τις αδυναμίες της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τη σχέση της με την αγορά εργασίας και τη δυνητική συμβολή της στην οικονομική ανάπτυξη. Η βασική διαπίστωση είναι ότι η Ελλάδα έχει δημιουργήσει ένα σύστημα με πολύ μεγάλη συμμετοχή στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, αλλά η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων δεν συνοδεύεται στον ίδιο βαθμό από αντίστοιχη βελτίωση των γνώσεων, δεξιοτήτων, της ποιότητας της εκπαίδευσης και της σύνδεσης με την παραγωγή.
1. Πολύ μεγάλη συμμετοχή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο της μελέτης είναι η εκτίμηση της πιθανής οικονομικής απόδοσης της βελτίωσης των πανεπιστημίων.
Η Eurobank εκτιμά ότι εάν η Ελλάδα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσεγγίσει τις κορυφαίες χώρες ως προς την ποιότητα της επιστημονικής έρευνας και ανάπτυξης, η βελτίωση αυτή θα μπορούσε να συνδεθεί με μακροχρόνια αύξηση του ΑΕΠ κατά 10,8%-12,7%, μέσω κυρίως των διαχύσεων γνώσης.
Με βάση τα στοιχεία του 2025, αυτό μεταφράζεται σε δυνητική σωρευτική αύξηση του ΑΕΠ ανά απασχολούμενο κατά περίπου €6.200-€7.300. Η μελέτη εκτιμά επίσης ότι περίπου το μισό αυτής της δυνητικής αύξησης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσα σε 3-5 χρόνια, σύμφωνα με το συγκεκριμένο οικονομετρικό υπόδειγμα.
Η μελέτη υπογραμμίζει επίσης τη σημασία της αναλογίας καθηγητών προς φοιτητές: αύξηση κατά 1% της συγκεκριμένης αναλογίας συνδέεται στο υπόδειγμα με μακροχρόνια δυνητική αύξηση του ΑΕΠ ανά απασχολούμενο κατά περίπου 0,11%-0,38%.
Πηγή:Money Review – «Το πρόβλημα των ελληνικών πανεπιστημίων: Αναλφάβητοι πτυχιούχοι, over-qualification και skills χωρίς ζήτηση»
1. Πολύ μεγάλη συμμετοχή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
Η Ελλάδα παρουσιάζει εξαιρετικά υψηλή συμμετοχή νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, το μέσο ποσοστό συμμετοχής των 20χρονων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση την περίοδο 2013-2024 ήταν 55,7%, έναντι μόλις 33,1% στην ΕΕ-27. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27.
Παράλληλα, περισσότεροι από 75.000 νέοι εισέρχονταν κάθε χρόνο στα ιδρύματα πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα κατά την περίοδο 2001-2023. Ο αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών που βρίσκονταν στα κανονικά εξάμηνα σπουδών έφτανε περίπου τις 300.000, με 296.800 φοιτητές το 2023.
Η αύξηση της πανεπιστημιακής συμμετοχής συνοδεύτηκε από ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές αυξήθηκαν περισσότερο από οκτώ φορές μεταξύ 2001 και 2023, φτάνοντας τους 106.800, ενώ οι υποψήφιοι διδάκτορες σχεδόν τριπλασιάστηκαν, φτάνοντας τους 33.700. Αυτό δείχνει ότι όλο και περισσότεροι νέοι θεωρούν ότι χρειάζονται περισσότερα ακαδημαϊκά προσόντα για να ανταγωνιστούν στην αγορά εργασίας.
2. Πολλά πτυχία, αλλά όχι απαραίτητα αντίστοιχη ποιότηταΤο σημαντικότερο πρόβλημα που αναδεικνύεται είναι η πιθανή απόσταση μεταξύ της ποσοτικής επέκτασης της ανώτατης εκπαίδευσης και της ποιότητάς της.
Η μελέτη επικαλείται την έρευνα PIAAC του ΟΟΣΑ, η οποία βασίστηκε σε δεδομένα ενηλίκων έως το 2015. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, περίπου 19% των αποφοίτων πανεπιστημίου στην Ελλάδα χαρακτηρίζονταν ως λειτουργικά αναλφάβητοι. Το εύρημα αυτό χρησιμοποιείται από τη Eurobank για να θέσει το ερώτημα πώς είναι δυνατό ένα εκπαιδευτικό σύστημα να απονέμει πανεπιστημιακούς τίτλους σε άτομα που εμφανίζουν τόσο χαμηλό επίπεδο βασικών δεξιοτήτων.
Το άρθρο συνδέει το εύρημα με ένα ευρύτερο πρόβλημα: η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων δεν συνεπάγεται αυτομάτως αύξηση του επιπέδου γνώσεων και δεξιοτήτων του πληθυσμού. Η μελέτη αναφέρει ότι, ενώ σε άλλες χώρες οι βασικές δεξιότητες του πληθυσμού αυξήθηκαν περίπου 30%-35% από τη δεκαετία του 1950, στην Ελλάδα η αντίστοιχη βελτίωση ήταν περίπου 5%.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με τα δεδομένα που παρουσιάζονται, οι Έλληνες ηλικίας 25-34 ετών εμφανίζουν περίπου παρόμοιες επιδόσεις στον εγγραμματισμό με την ηλικιακή ομάδα 55-65 ετών, παρά την τεράστια αύξηση του ποσοστού των νέων που διαθέτουν πανεπιστημιακό πτυχίο. Η μελέτη θέτει έτσι το ζήτημα του λεγόμενου «πληθωρισμού πτυχίων»: δηλαδή της κατάστασης όπου αυξάνεται ο αριθμός των τίτλων σπουδών χωρίς ανάλογη αύξηση των πραγματικών δεξιοτήτων.
3. Η μεγάλη αύξηση των φοιτητών και το πρόβλημα των «αιώνιων» φοιτητών
Η μεγάλη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση συνοδεύτηκε από σημαντική αύξηση των φοιτητών που παρέμεναν στα πανεπιστήμια πέρα από τα κανονικά εξάμηνα σπουδών.
Το 2023 ο αριθμός αυτών των φοιτητών ανερχόταν σε περίπου 447.100, δηλαδή ήταν περίπου τριπλάσιος σε σχέση με το 2001. Η αναλογία πρωτοετών προς πτυχιούχους κατά την περίοδο 2001-2023 βρισκόταν περίπου στο 1,5.
Τα τελευταία χρόνια το πρόβλημα των μη ενεργών φοιτητών αντιμετωπίστηκε με τη θέσπιση ανώτατων ορίων διάρκειας σπουδών και την εκκαθάριση των φοιτητικών καταλόγων. Σύμφωνα με το άρθρο, έχουν διαγραφεί περισσότεροι από 300.000 μη ενεργοί φοιτητές.
Ταυτόχρονα, ο αριθμός των πτυχιούχων αυξήθηκε σημαντικά. Το 2023 υπήρχαν περίπου 57.300 απόφοιτοι, ενώ κατά μέσο όρο την εξεταζόμενη περίοδο αποφοιτούσαν περίπου 50.200 άτομα ετησίως. Συνολικά, κατά την περίοδο 2001-2023, οι απόφοιτοι ξεπέρασαν το 1 εκατομμύριο.
4. Τα γνωστικά αντικείμενα δεν ανταποκρίνονται πάντα στις ανάγκες της οικονομίαςΈνα δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι η ανακολουθία μεταξύ των σπουδών και των αναγκών της αγοράς εργασίας.
Οι περισσότεροι πρωτοετείς φοιτητές κατευθύνονται σε πεδία όπως οι Κοινωνικές Επιστήμες, Δημοσιογραφία και Ενημέρωση, η Μηχανική-Μεταποίηση-Κατασκευές και η Διοίκηση Επιχειρήσεων και Νομικές Σπουδές.
Αντίθετα, σχετικά χαμηλότερη συμμετοχή παρατηρείται σε πεδία όπως οι Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών, η Γεωργία-Δασοκομία-Αλιεία-Κτηνιατρική και οι Υπηρεσίες. Ωστόσο, μέσα στην περίοδο 2001-2023 αυξήθηκε σημαντικά η συμμετοχή σε ΤΠΕ, Υγεία, Μηχανική και Μεταποίηση, ενώ περιορίστηκε το μερίδιο των Τεχνών και Ανθρωπιστικών Επιστημών.
Η αλλαγή αυτή δείχνει ότι οι επιλογές των φοιτητών μεταβάλλονται σε κάποιο βαθμό μαζί με τις μεταβολές της ζήτησης στην αγορά εργασίας, αλλά η αντιστοίχιση παραμένει ανεπαρκής.
5. Η Ελλάδα εμφανίζει πολύ υψηλό over-qualificationΈνα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά το over-qualification, δηλαδή την κατάσταση κατά την οποία ένας εργαζόμενος διαθέτει υψηλότερο επίπεδο τυπικής εκπαίδευσης από αυτό που απαιτεί η θέση εργασίας του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το άρθρο, την περίοδο 2008-2025 η Ελλάδα είχε το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό over-qualification στην ΕΕ-27, ενώ το 2025 βρισκόταν στη δεύτερη θέση.[/url]
Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό τμήμα των Ελλήνων με τριτοβάθμια εκπαίδευση εργάζεται σε επαγγέλματα χαμηλής ή μεσαίας ειδίκευσης. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί με δύο διαφορετικούς, όχι αμοιβαία αποκλειόμενους τρόπους: είτε υπάρχει πληθωρισμός πτυχίων, είτε η ελληνική οικονομία δεν δημιουργεί αρκετές θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.[url=https://www.moneyreview.gr/business-and-finance/economy/222073/to-provlima-ton-ellinikon-panepistimion-analfavitoi-ptychioychoi-over-qualification-kai-skills-choris-zitisi/?utm_source=chatgpt.com]
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι νέοι αποκτούν περισσότερα πτυχία για να βελτιώσουν τις πιθανότητες απασχόλησής τους, αλλά η οικονομία δεν δημιουργεί αντίστοιχα πολλές θέσεις που να αξιοποιούν αυτά τα προσόντα.
6. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα προπτυχιακά πτυχία
Η ίδια τάση παρατηρείται και στις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές.
Ο αριθμός των αποφοίτων μεταπτυχιακών προγραμμάτων αυξήθηκε δραματικά, φτάνοντας τους 26.900 το 2023, ενώ συνολικά περίπου 300.000 μεταπτυχιακοί τίτλοι απονεμήθηκαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Οι απόφοιτοι διδακτορικών αυξήθηκαν επίσης σημαντικά, φτάνοντας περίπου τους 2.400 το 2023 και περίπου 39.000 συνολικά κατά την περίοδο.
Την ίδια στιγμή, όμως, το διδακτικό προσωπικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μειώθηκε κατά 12,5% μεταξύ 2001 και 2023. Η μεγαλύτερη μείωση, περίπου 40%, σημειώθηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης 2009-2014, κυρίως λόγω της μείωσης προσωπικού με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Έτσι προκύπτει μια σημαντική αντίφαση: περισσότεροι φοιτητές και περισσότεροι τίτλοι σπουδών, αλλά λιγότερο διδακτικό προσωπικό σε σχέση με το παρελθόν.
7. Η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει την ανάγκη για αλλαγές
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση και οι τεχνολογικές αλλαγές αυξάνουν την ανάγκη για γρήγορη προσαρμογή των πανεπιστημίων.
Δεν αρκεί πλέον η παροχή παραδοσιακών ακαδημαϊκών γνώσεων. Απαιτούνται reskilling και upskilling, δηλαδή επανεκπαίδευση και αναβάθμιση δεξιοτήτων των εργαζομένων.
Το πανεπιστήμιο θα πρέπει να καλλιεργεί όχι μόνο τεχνικές γνώσεις, αλλά και κριτική σκέψη, ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, συνεργασία, ενσυναίσθηση και προσαρμοστικότητα. Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη να περιοριστεί η στείρα αποστήθιση και να ενισχυθούν οι πραγματικές γνωστικές και πρακτικές δεξιότητες.
8. Η Ελλάδα παρουσιάζει πολύ χαμηλή αντιστοίχιση δεξιοτήτων και αγοράς εργασίας
Ένα από τα πιο κρίσιμα ευρήματα αφορά τον βαθμό αντιστοίχισης των δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Σύμφωνα με στοιχεία του CEDEFOP που παρατίθενται στη μελέτη, η Ελλάδα είχε το 2017 την τρίτη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ 31 χωρών και το 2024 τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση ως προς την αποτελεσματική αντιστοίχιση δεξιοτήτων και αγοράς εργασίας.
Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς πόσοι άνθρωποι σπουδάζουν, αλλά τι μαθαίνουν, ποιες δεξιότητες αποκτούν και κατά πόσο αυτές αξιοποιούνται στην οικονομία.
Η μελέτη υποστηρίζει επομένως ότι τα πανεπιστήμια πρέπει να δημιουργήσουν ισχυρότερους δεσμούς με τις επιχειρήσεις, την παραγωγή, την έρευνα και την καινοτομία.
9. Η Ελλάδα χάνει νέους που σπουδάζουν στο εξωτερικό
Παρά την πολύ μεγάλη προσφορά θέσεων στα ελληνικά πανεπιστήμια, αρκετοί Έλληνες επιλέγουν να σπουδάσουν στο εξωτερικό.
Το 2023 ο αριθμός τους έφτασε τους 37.658, υψηλότερα από το 2008.
Η μελέτη θεωρεί ότι αυτό έχει οικονομικό κόστος για τις ελληνικές οικογένειες και την οικονομία. Επιπλέον, όταν οι νέοι παραμένουν μετά τις σπουδές τους στο εξωτερικό, η Ελλάδα χάνει μέρος του ανθρώπινου κεφαλαίου της, κάτι που επιδεινώνει και τις δημογραφικές προκλήσεις.
10. Η ποιότητα των πανεπιστημίων μπορεί να επηρεάσει σημαντικά το ΑΕΠΈνα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο της μελέτης είναι η εκτίμηση της πιθανής οικονομικής απόδοσης της βελτίωσης των πανεπιστημίων.
Η Eurobank εκτιμά ότι εάν η Ελλάδα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσεγγίσει τις κορυφαίες χώρες ως προς την ποιότητα της επιστημονικής έρευνας και ανάπτυξης, η βελτίωση αυτή θα μπορούσε να συνδεθεί με μακροχρόνια αύξηση του ΑΕΠ κατά 10,8%-12,7%, μέσω κυρίως των διαχύσεων γνώσης.
Με βάση τα στοιχεία του 2025, αυτό μεταφράζεται σε δυνητική σωρευτική αύξηση του ΑΕΠ ανά απασχολούμενο κατά περίπου €6.200-€7.300. Η μελέτη εκτιμά επίσης ότι περίπου το μισό αυτής της δυνητικής αύξησης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσα σε 3-5 χρόνια, σύμφωνα με το συγκεκριμένο οικονομετρικό υπόδειγμα.
Η μελέτη υπογραμμίζει επίσης τη σημασία της αναλογίας καθηγητών προς φοιτητές: αύξηση κατά 1% της συγκεκριμένης αναλογίας συνδέεται στο υπόδειγμα με μακροχρόνια δυνητική αύξηση του ΑΕΠ ανά απασχολούμενο κατά περίπου 0,11%-0,38%.
11. Τι προτείνει η μελέτη
Η μελέτη προτείνει έναν γενικό εξορθολογισμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πρώτα απ' όλα, προτείνει επανεξέταση του συνολικού αριθμού των εισακτέων, δεδομένου ότι η Ελλάδα ήδη έχει εξαιρετικά υψηλό ποσοστό συμμετοχής στην ανώτατη εκπαίδευση. Η πρόταση συνδέεται επίσης με την αναμενόμενη δημογραφική γήρανση, η οποία θα μειώσει τον αριθμό των υποψηφίων στο μέλλον.
Προτείνεται επίσης ο αριθμός εισακτέων να προσαρμόζεται περισσότερο στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Σε τομείς όπου υπάρχει χαμηλή ζήτηση, θα μπορούσε να περιοριστεί η προσφορά θέσεων, ενώ σε τομείς που συνδέονται με την ψηφιακή οικονομία, την Τεχνητή Νοημοσύνη, τα big data, το cloud computing, την κυβερνοασφάλεια, την προηγμένη μεταποίηση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα μπορούσε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση.
Παράλληλα, η μελέτη προτείνει μεγαλύτερη στροφή προς την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, ώστε η πανεπιστημιακή εκπαίδευση να μην αποτελεί σχεδόν μονόδρομο για όλους τους μαθητές. Προτείνεται επίσης ο επαγγελματικός προσανατολισμός στα σχολεία να παρέχει συστηματικά επικαιροποιημένες πληροφορίες για τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Για τα μεταπτυχιακά προγράμματα, προτείνεται επίσης εξορθολογισμός, ώστε να υπάρχει καλύτερη σύνδεση με τις ανάγκες της οικονομίας αλλά και με τη βασική και εφαρμοσμένη έρευνα.
12. Περισσότερη έρευνα και συνεργασία πανεπιστημίων-επιχειρήσεων
Ένας ακόμη βασικός άξονας είναι η αύξηση της χρηματοδότησης για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) από δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους.
Η μελέτη θεωρεί απαραίτητη την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Στόχος είναι τα πανεπιστήμια να λειτουργούν περισσότερο ως οικοσυστήματα γνώσης, έρευνας και καινοτομίας και όχι αποκλειστικά ως χώροι διδασκαλίας και απονομής τίτλων.
13. Προσέλκυση ξένων φοιτητών
Η μελέτη προτείνει επίσης την προσπάθεια προσέλκυσης πολύ περισσότερων ξένων φοιτητών, με μακροπρόθεσμο στόχο τους 100.000.
Για τον σκοπό αυτό προτείνονται περισσότερα προγράμματα στην αγγλική γλώσσα, συνεργασίες με αναγνωρισμένα διεθνή πανεπιστήμια, διεθνής προβολή των ελληνικών ιδρυμάτων, βελτίωση της φοιτητικής εμπειρίας και διευκόλυνση της εισόδου και παραμονής ξένων φοιτητών και ακαδημαϊκών.
[b]Συνολική εικόνα[/b]
Η κεντρική ιδέα του άρθρου είναι ότι το πρόβλημα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης δεν είναι απλώς ο αριθμός των πανεπιστημίων ή των φοιτητών. Είναι κυρίως η σχέση μεταξύ ποσότητας, ποιότητας, δεξιοτήτων και οικονομίας.
Η Ελλάδα έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια κοινωνία όπου ένα πολύ μεγάλο ποσοστό νέων αποκτά πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και όπου ο αριθμός των πτυχίων, μεταπτυχιακών και διδακτορικών έχει αυξηθεί θεαματικά. Ωστόσο, τα στοιχεία που παρουσιάζει η μελέτη δείχνουν ότι η μεγάλη αυτή ποσοτική επέκταση δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη βελτίωση των βασικών δεξιοτήτων, ενώ η χώρα παρουσιάζει ταυτόχρονα πολύ υψηλό over-qualification και χαμηλή αντιστοίχιση δεξιοτήτων με την αγορά εργασίας.
Με άλλα λόγια, το βασικό ερώτημα που θέτει η μελέτη είναι αν η Ελλάδα παράγει [b]περισσότερους πτυχιούχους από όσους μπορεί να αξιοποιήσει η οικονομία και αν, ταυτόχρονα, παράγει λιγότερες από τις δεξιότητες που πραγματικά χρειάζεται. Η απάντηση που προκύπτει από τα στοιχεία δεν είναι ότι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση είναι περιττή· αντίθετα, η μελέτη εκτιμά ότι η βελτίωση της ποιότητας των πανεπιστημίων και της έρευνας μπορεί να έχει σημαντικές θετικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα και στο ΑΕΠ. [/b]
Το ζητούμενο είναι επομένως η μετάβαση από την απλή αύξηση του αριθμού των τίτλων σπουδών στην αύξηση της πραγματικής γνώσης, των δεξιοτήτων, της έρευνας, της καινοτομίας και της σύνδεσης με την παραγωγική οικονομία.
Πηγή:Money Review – «Το πρόβλημα των ελληνικών πανεπιστημίων: Αναλφάβητοι πτυχιούχοι, over-qualification και skills χωρίς ζήτηση»
┌────────────────────────────────┐
│ KONSTANTINOS MICHAILIDIS │
└────────────────────────────────┘
│ KONSTANTINOS MICHAILIDIS │
└────────────────────────────────┘

